BlogitReseptitViihdeHoroskooppiTietovisatTV-ohjelmatVaihtoautot

Sanan απομόνωση käännös kreikka-espanja

  • aislamientoEl aislamiento solo ha conducido a la desesperación. Μέχρι στιγμής η απομόνωση έχει οδηγήσει μόνο στην απόγνωση. Sin embargo, el euro no se encuentra en una situación de aislamiento. Ωστόσο, το ευρώ δεν βρίσκεται σε απομόνωση. La prohibición de los LTTE solo producirá un mayor aislamiento. Η απαγόρευση των LTTE οδηγεί μόνο σε περαιτέρω απομόνωση.
  • cuarentena
  • incomunicaciónEl físico nuclear israelí Mordechai Vanunu fue liberado por las autoridades israelíes el pasado mes de abril tras 18 años de encarcelamiento, de los cuales 11 y medio en régimen de incomunicación. Ο Ισραηλινός πυρηνικός φυσικός Μορντεχάι Βανούνου αφέθηκε ελεύθερος από τις ισραηλινές αρχές τον Απρίλιο φέτος έπειτα από 18 χρόνια φυλάκισης, από τα οποία πέρασε τα 11,5 σε απομόνωση.
  • reclusión solitaria
  • régimen de aislamientoFue juzgado a puerta cerrada y condenado a 18 años de cárcel, 11 de los cuales los pasó en régimen de aislamiento total. Δικάστηκε κεκλεισμένων των θυρών και καταδικάστηκε σε 18 χρόνια φυλάκιση, εκ των οποίων 11 χρόνια θα έπρεπε να τα εκτίσει σε καθεστώς πλήρους απομόνωσης.

Haussa juuri nyt

Ilmainen Sanakirja

Käännökset suomesta englantiin, ruotsista suomeen ja yli 20 muuhun kieleen

Ilmainen Sanakirja on ilmainen internetsanakirja. Käännökset yli 20 kielellä. Käytä tietokoneella, puhelimella tai tabletilla!

Käyttöehdot   Tietosuoja   Evästeasetukset   Ota yhteyttä

In EnglishAuf DeutschEn españolPå svenskaEestikeelne

Mindmax Cloudcity
Sisältö perustuu Wiktionaryn artikkeleihin.
Aineisto on käytettävissä Creative Commons Attribution-ShareAlike lisenssillä.
© 2004-2024 Ilmainen Sanakirja